अस्थायी Āsthāyī Ααστhάι (अस्थायी, Āsthāyī, asthayi, astai, aasthaayii) [IN] - Συντάκτης: Laios, Sakis

अस्थायी / Āsthāyī

Η χιντουστάνι εκδοχή της λέξης Sthāyī (स्थाइ ή स्थायी), που σημαίνει "κύριο" ή "βασικό" (βλ. Dhātu). Η κύρια ή πρώτη στροφή ή Tuk ενός τραγουδιού (καταρχήν στα είδη Dhrupada και Khayāl) ή μιας Ālāpa, ονομάζεται Sthāyī, επειδή αποτελεί το "θέμα" στο οποίο επιστρέφει ο μουσικός κάθε τόσο, μετά τους αυτοσχεδιασμούς με Tāna ή Bāmta (βλ. λ.). Στην εισαγωγή Ālāpa, βέβαια, δεν υπάρχει στροφικότητα (ή έστω: επαναληπτικότητα) με τον τρόπο που υπάρχει στις έμμετρες (Nibaddha) δομές, απλά στο Sthāyī η έκταση της μελωδίας είναι στα πλαίσια της μεσαίας οκτάβας: από το μεσαίο Sa στο μεσαίο Ni. Βλ. Sthāyī.