बोलबनावो Bolabanāo μπολμπανάαο (बोलबनावो, Bolabanāo, Bolabānāo, bolabanaao, bolbanao, bol-banao, μπολμπανάαο)
[IN] - Συντάκτης: Laios, Sakis
बोलबनावो / Bolabānāo
Είδος αυτοσχεδιαζόμενης ή προετοιμασμένης μελωδικής παραλλαγής / ανάπτυξης που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα το φωνητικό είδος Ţhumrī, και η οποία σκοπό έχει να τονίσει το νόημα των στίχων του τραγουδιού. Σχετικά με αυτές τις τεχνικές αυτοσχεδιασμού / ανάπτυξης στο Khayāl, βλέπε και τους όρους Bolatāna, Tāna, Bolabānta, Sargam.