- अचल थाट Acala Ţhāţa Ατσάλ Τ(θ)άατ
[IN], Τα σταθερά (με κερί ή άλλα υλικά) τάστα των εγχόρδων οργάνων.
- चपका Capakā Τσαπκάα [IN], Ποικιλματική τεχνική των εγχόρδων στην οποία ο εκτελεστής "μπουκώνει" με την αριστερή του παλάμη τις χορδές, αποτρέποντας την ελεύθερη ταλάντωσή τους.
- दिलरुबा Dilrubā Dιλρούμπαα
[IN], Έγχορδο με δοξάρι, παραλλαγή του Esrāja, αλλά με "τετραγωνισμένο" ηχείο που θυμίζει περισσότερο το Sāraņgī.
- इसराज Esrāja Εσράτζ
[IN], Έγχορδο που παίζεται με δοξάρι. Έχει μανίκι με τάστα και ημισφαιρικό σκαφτό ξύλινο ηχείο καλυμμένο με μεμβράνη.
- घसीट Ghașiţ Γκασίτ
[IN], Ποικιλματική τεχνική σε έγχορδα με τάστα, συνώνυμη της Āśa.
- जावा Jāvā Τζαβάα
[IN], Ένας τύπος πλήκτρου που χρησιμοποιείται σε έγχορδα όπως το Dotārā και το Tysokodo, και είναι διαφορετικός από το συνηθέστερο Mizrāb που χρησιμοποιείται σε άλλα έγχορδα.
- जुरी तार Juďi Tār Τζούρι Τάρ [IN], Ζευγάρι χορδών σε κάποια έγχορδα.
- कानन Kānana Κάαναν
[IN], Έγχορδο όργανο, τύπου άρπας, στο οποίο δεν παίζονται μελωδίες, αλλά οι χορδές του "χαϊδεύονται" στη σειρά για τη δημιουργία ηχοχρωματικής ατμόσφαιρας. Λέγεται και Svaramańdala.
- कृन्तन Kŗntana Κριντάν
[IN], Είδος ποικιλματικής τεχνικής για έγχορδο όργανο.
- मिजराब Mizrāb Μιζράμπ
[IN], Μεταλλικό πλήκτρο που φοριέται στο δείκτη και χρησιμοποιείται για την νύξη των χορδών σε έγχορδα όπως Sitār και Vīņā.
- नायकी तार Nāyakī Tār Νάαγιακιι τάαρ [IN], Η κύρια χορδή στα έγχορδα όργανα, που τοποθετείται στη δεξιά πλευρά (με εξαίρεση στη Vīņā).
- वीणा Vīņā Βίινα, Βίνα [IN], Το πιο γνωστό έγχορδο της Ινδίας και όλη η κατηγορία παράγωγων ή συγγενικών οργάνων.
- सारंगी Sāraņgī Σααρανγκίι
[IN], Άταστο εγχορδο όργανο με συμπαθητικές χορδές που παίζεται με δοξάρι. Χρησιμοποιείται τόσο στη λαϊκή όσο και στην κλασική μουσική ως όργανο συνοδείας και εμφανίζεται σε πολλές παραλλαγές.
- सारिन्दा Sarindā Σααρινdάα
[IN], Έγχορδο όργανο με μεγάλο ξύλινο ηχείο που παίζεται με δοξάρι.
- रबाब Rabāb Ραμπάαμπ
[IN], Έγχορδο όργανο.
- सचल थाट Sacala Ţhāţa Σατσάλ ττάατ
[IN], Τα κινητά τάστα των εγχόρδων οργάνων.
- सरस्वती Sarasvatī Σαρασβάτι, Σαρασουάτι [IN], Η θεά της γνώσης και της μουσικής. Επίσης, ονομασία ενός τύπου Vīņā (νυκτού εγχόρδου).
- सारिका Sārikā Σααρικάα
[IN], Τα τάστα.
- सरोद Sarod Σαρόd, Σαρόντ
[IN], Έγχορδο όργανο που παίζεται με πλήκτρο.
- सवारी Savārī Σαβάαριι
[IN], Η γέφυρα / καβαλλάρης ενός εγχόρδου, πάνω στην οποία στηρίζονται οι χορδές.
- सितार Sitār Σιτάαρ
[IN], Το πιο αναγνωρίσιμο διεθνώς έγχορδο της Ινδικής μουσικής.
- सुरबहार Surabahār Σουρμπαχάαρ
[IN], Έγχορδο όργανο μεγάλου μεγέθους, με ηχείο από κολοκύθα και μπράτσο με τάστα.
- सुरचीन Suracain Σουρτσαίν, Σουρτσίν
[IN], Όνομα εγχόρδου οργάνου που αντιστοιχεί είτε σε μια παλαιότερη εκδοχή του Surabahār, είτε σε μια υβριδική κατασκευή με σχήμα Sarod, αλλά με μανίκι με τάστα.
- सुरश्रृंगार Suraśrńgāra Σουρ σhρινγκάαρ
[IN], Έγχορδο όργανο που συνδύαζε στοιχεία από Rabab και Sarod, αλλά δεν χρησιμοποιείται πλέον.
- स्वरमंडल Svaramaņďala Σβαρμανdάλ
[IN], Μικρό έγχορδο όργανο τύπου Zither, του οποίου οι χορδές κουρδίζονται στις νότες του Rāga, και χρησιμεύει ως υποστηρικτικό τονικό βοήθημα στους τραγουδιστές.
- तबली Tablī Τάμπλιι [IN], Το καπάκι του ηχείου των εγχόρδων οργάνων.
- तम्बुरा Taňburā Ταμπούρα, Τανπούρα [IN], Έγχορδο όργανο με τέσσερις χορδές που παίζονται ελεύθερες, και αποκλειστικό ρόλο τη δημιουργία του χαρακτηριστικού ισοκρατήματος της Ινδικής κλασικής μουσικής.
- तार Tāra Τάαρ [IN], Ο όρος για τη χορδή (string) των εγχόρδων.
- तारपरन Tāraparaņa Τάαρπαράν
[IN], Η εκτέλεση μιας ρυθμικής σύνθεσης τύπου Paran (από ρεπερτόριο κρουστών) σε έγχορδο όργανο.
- तरब Tarapha Ταράμπ [IN], Οι συμπαθητικές χορδές εγχόρδων οργάνων όπως Sitār, Vīņā, Sāraņgī.
- जराब Zarab [IN], Η κρούση μιας χορδής και ο ήχος που παράγεται από τα έγχορδα όργανα.
- Violin βιολί [IN], Το γνωστό άταστο εγχορδο όργανο που παίζεται με δοξάρι, με ιδιαίτερο τρόπο στην Ινδία
- संतूर Santur Σαντούρ, Σαντούρι [IN],
Οι λέξεις "category:έγχορδ" βρέθηκαν στις παρακάτω εγγραφές